Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

T¨ ΑΗΔΟΝΙΑ







Εγώ, ο Ιωάννης της ακινησίας, κάθε που πιάνει φθινόπωρο μαζεύω στιχάκια από τους φίλους που γυρνούν από τα νησιά. Φέτος τραυματισμένα και μισά. Κάτι σαν «…παιδιά καημένα γιατί ‘στε λερωμένα» ή «σε παρακαλώ, βοριά μου, φύσα ταπεινά».
Για να βρω τη συνέχεια μου ξαναγυρνώ στις παλιές φυλλάδες. Είναι όμως εκείνος ο πίθηκος του σήμερα που κάνει τις πληγές μου να αιμορραγούν. «Στο σφυρί τριάντα έξι νησιά του Αργοσαρωνικού και του Αργολικού κόλπου». Αρχίζουμε λοιπόν να πουλάμε και τη γη μας; Και τι θα μας δένει πιά με τον Μεγαλέξαντρο, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και τον Παναγή Κουταλιανό;
Οι πουλητάδες δεν έχουν αναστολές. Αυτοί ούτε μια σταγόνα αίμα δεν έχυσαν για να φυτρώσει το δέντρο που πάνω του κρέμεται η τρισχιλιετής ιστορία μας. Και πώς να αντισταθούμε έτσι λιγνοί που γίναμε από την αδιαφορία;
Και έρχομαι τώρα πιο κοντά. Θα αξιοποιηθεί, λένε, ο ΒΑΛΤΟΣ. Ένας σύγχρονος παραμυθάς μου το ‘χε πει: «Όταν ακούς αξιοποίηση, σημαίνει πως κάποιοι θα φάνε λεφτά.» Έλα! Σημαίνει ότι όπου δέντρο τσιμεντοκολόνα, όπου πουλί τρανζιστοράκι, όπου νερά φαρμάκι.
Οι πουλητάδες, όμως, ούτε καρδιά ούτε ψυχή έχουνε. Πλαστικά σφουγγάρια στο στήθος και βρόμικα άντερα έχουνε.
Πριν δυο χρόνια πήγα μεσάνυχτα στο ΒΑΛΤΟ ν’ ακούσω τα’ αηδόνια. Σφύριζα έναν καημό εγώ, γλυκοκελαδούσαν εκείνα. Άρχισε ένας ανταγωνισμός.
«Θα τα τρελάνω», είπα.
Και με τρελάνανε.
Φοβάμαι πως σε λίγο καιρό δεν θα μπορούμε να τρελαθούμε από το κελάδημα των αηδονιών. Όλοι «φυσιολογικοί», σπιτούχοι βολεμένοι, θα περνάμε τη ζωή μας αλλάζοντας τα φύλλα του ημεροδείχτη.
….Γράφω δυο μέρες πριν από την Πανσέληνο. Με την αγωνία μου να αιμορραγεί.
Γράφω γραφές και γράμματα.
«Που χαθήκαν τόσοι φίλοι;
Κι αρχινώ τα κλάματα…»
24.9.1991